• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
time off n(holiday, vacation from work)άδεια ουσ θηλ
 I'll take some time off in April to visit Australia.
 Θα πάρω λίγη άδεια τον Απρίλιο για να επισκεφτώ την Αυστραλία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
knocking-off time ncolloquial (end of working day)ώρα λήξης εργασίας φρ ως ουσ θηλ
  ώρα σχολάσματος φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)σχόλασμα ουσ ουδ
take a vacation (US),
take some holiday,
take time off (UK)
v expr
(take time away from work) (φεύγω από το σπίτι μου)πάω διακοπές περίφρ
 (γενικά: για ξεκούραση)παίρνω άδεια περίφρ
take time off v expr(take leave from work)παίρνω άδεια ρ μ + ουσ θηλ
 (συνήθως σε εργασία με βάρδιες)παίρνω ρεπό ρ μ + ουσ ουδ άκλ
 I'm taking time off to see friends I haven't seen in years.
 She took time off to vacation in Madrid.
 Θα πάρω άδεια για να δω φίλους που δεν έχω δει εδώ και χρόνια. // Πήρε άδεια για να πάει διακοπές στη Μαδρίτη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'time off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση time off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «time off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!